ἰσχυροποιήσῃ

ἰσχυροποιήσῃ
ἰσχυροποιήσηι , ἰσχυροποίησις
strengthening
fem dat sg (epic)
ἰσχυροποιέω
strengthen
aor subj mid 2nd sg
ἰσχυροποιέω
strengthen
aor subj act 3rd sg
ἰσχυροποιέω
strengthen
fut ind mid 2nd sg
ἰ̱σχυροποιήσῃ , ἰσχυροποιέω
strengthen
futperf ind mp 2nd sg
ἰ̱σχυροποιήσῃ , ἰσχυροποιέω
strengthen
futperf ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ισχυροποίηση — η (ΑΜ ἰσχυροποίησις) [ισχυροποιώ] ενίσχυση, ενδυνάμωση, τόνωση αρχ. επικύρωση, επιβεβαίωση …   Dictionary of Greek

  • ισχυροποίηση — η ενίσχυση, ενδυνάμωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σάραπις — και μτγν. τ. Σέραπις, ιδος, ὁ, Α 1. θεότητα που συνδύαζε στοιχεία αιγυπτιακών και ελληνικών θεών, δηλαδή τού αιγυπτιακού θεού Οσίριδος Άπιδος και τού ελληνικού Πλούτωνος, στην αρχή, και τού Διός, τού Άμμωνος, τού Ασκληπιού, τού Διονύσου, τού… …   Dictionary of Greek

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • δεσίδι — το 1. αυτό με το οποίο συνδέουμε ή περισφίγγουμε 2. το δέσιμο, το να δέσει κανείς κάποιον 3. η προσαρμογή πολύτιμου λίθου σε κόσμημα 4. η στερέωση, η ισχυροποίηση …   Dictionary of Greek

  • δυνάμωμα — το (Μ δυνάμωμα) [δυναμώνω] 1. το να δυναμώνει κάποιος ή κάτι, ισχυροποίηση, ενίσχυση 2. αύξηση, ένταση …   Dictionary of Greek

  • ενίσχυση — η (Μ ένίσχυσις) [ενισχύω] βοήθεια, βοήθημα, ισχυροποίηση, ενδυνάμωμα νεοελλ. 1. στήριγμα, υποστήριγμα («η στέγη χρειάζεται ενίσχυση») 2. πρόσθετη αποστολή βοηθητικού σώματος στρατού 3. συνεκδ. τμήμα στρατού που ακολουθεί σε μικρή απόσταση τη… …   Dictionary of Greek

  • εφηβεία — Περίοδος της ζωής του ανθρώπου η οποία –ανάλογα με το άτομο– διαρκεί περίπου επτά χρόνια. Ξεκινά κατά την ηλικιακή περίοδο μεταξύ 11 και 14 ετών και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φάσεις της εξελικτικής ηλικίας. Χαρακτηρίζεται από… …   Dictionary of Greek

  • κραταίωση — η (AM κραταίωσις) [κραταιώ] 1. ενδυνάμωση, ισχυροποίηση, ενίσχυση («δώσει δύναμιν καὶ κραταίωσιν τῷ λαῷ», ΠΔ) 2. δύναμη, ισχύς …   Dictionary of Greek

  • κρατυσμός — κρατυσμός, ὁ (Α) [κρατύνω] ισχυροποίηση, ενδυνάμωση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”